Η εικόνα του εξαφανίζεται. Η επιβλητική του παρουσία παύει να μου συνθλίβει το στήθος. Η ναυτία όμως παραμένει ακόμα και μετά την επιστροφή μου απ’ το ασυνείδητο. Ξυπνάω λουσμένη στον ιδρώτα. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή.    Λέω στον εαυτό μου πως εφιάλτης ήταν και πέρασε….       Ανασύρω μια προσευχή του Κυρίου. Αναζητώ τη βοήθεια Του, την ενέργειά Του, τη δόξα Του…         Δε νιώθω τη γνώριμη γαλήνη να με κυριεύει, δε νιώθω τη συμπόνια και τη συγχώρεση που πάντα αναζητώ και πάντα μου δίνεται απλόχερα. Δε νιώθω τίποτα.

Θεέ μου μη μ’ εγκαταλείπεις, σε χρειάζομαι όσο ποτέ. Ή μήπως αυτό που νιώθω δεν είναι φόβος;       Tί είναι αυτό που βλέπεις σε μένα Κύριε που εγώ δεν το βλέπω, που εγώ δε θέλω να το δω;                     Η λέξη που ψάχνω χαράχτηκε μέσα μου με γράμματα φωτιάς και αίματος. Μια λέξη που δεν τολμώ να ξεστομίσω αλλά έχει κατακλύσει όλο μου το είναι. Η λέξη «πειρασμός».

Προσπαθώ να συγκεντρωθώ, να διώξω από μέσα μου αυτόν τον καρκίνο, αυτό το ξένο σώμα. Το μόνο που καταφέρνω είναι να δω πιο καθαρά το δηλητήριο που έχει μολύνει τις φλέβες μου. Αλλάζω τακτική, ξαναπέφτω με μανία στη δουλειά. Γεμίζω το μυαλό μου με μυριάδες μικροθέματα της καθημερινότητας. Καταφέρνω να ξεχαστώ για λίγο… Όταν όμως έρχεται η νύχτα, με πιάνει πανικός. Θα εισβάλει άραγε ξανά στα όνειρά μου; Ο ύπνος ανοίγει μια πόρτα στην ψυχή που δεν μπορώ να ελέγξω. Τίποτα όμως δε συμβαίνει. Ο χρόνος περνάει κι αρχίζω να ελπίζω και να απελπίζομαι. Εύχομαι να ξαναβρώ την επαφή με το Δημιουργό μου, να με συγχωρέσει και να μου ξαναδώσει τη δύναμη της προσευχής.

Εκεί που αρχίζω να πιστεύω ότι το κύμα πέρασε, το φίδι ξαναχτυπά ανελέητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *