Ξαπλωμένα μπρούμητα σ’ ένα συννεφάκι, τα αγγελάκια παρακολουθούσαν νυσταγμένα την πορεία του κόσμου…Καθώς ο ήλιος ολοκλήρωνε την ημερήσια διαδρομή του, το φως άρχισε να λιγοστεύει και το γυμνό τους κορμάκι άρχισε να νιώθει την ψύχρα που έφερνε μαζί του το σούρουπο.             Ήταν ώρα ν’ ανάψουν τα καντηλάκια τους, διακοσμώντας τον νυχτερινό ουρανό με δυο νέα αστέρια.

Μια δυνατή φωνή ακούστηκε μέσα στα κεφαλάκια τους: Ραφαήλ, Αναστασία, ελάτε εδώ αμέσως!!! Τα αγγελάκια ταράχτηκαν τόσο πολύ που παραλίγο να πέσουν απ’ το σύννεφο. Βούτηξαν τις μουρίτσες τους στο συννεφάκι για να τις καθαρίσουν και κουνώντας γρήγορα γρήγορα τα φτερά τους, ταξίδεψαν με την ταχύτητα του φωτός μέχρι το χρυσαφένιο παλάτι. Εκεί, μέσα στη μεγαλοπρεπή αίθουσα του ουράνιου συμβουλίου, τους περίμενε η επιβλητική μορφή του αρχάγγελου. Στεκόταν όρθιος με τα χέρια σταυρωμένα και το βλέμμα που έριξε στα αγγελάκια τα έκανε να νιώσουν τόσο μικρά κι ασήμαντα, που δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα μάτια απ’ τα δαχτυλάκια των ποδιών τους. Χαμήλωσαν τα φωτοστέφανα τους σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρύψουν πίσω από τη λάμψη τις ροδοκοκκινισμένες τους φατσούλες. Γνώριζαν καλά πως όταν θύμωνε ο άρχοντας, άστραφτε και βρόνταγε κυριολεκτικά. Με στωικότητα αλλά και έκδηλη την ανησυχία τους ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν την καταιγίδα. Ο Αρχάγγελος βλέποντας τα φτερά τους που έτρεμαν, τα λυπήθηκε και άλλαξε το αυστηρό του ύφος με ένα που του ταίριαζε περισσότερο, αυτό της συμπόνιας. Τους μίλησε τρυφερά, όπως ο άνεμος χαϊδεύει το σιτάρι, όπως το τελευταίο δάκρυ κυλάει στο μάγουλο.

-Αχ Αναστασία, Ραφαήλ, πολύ με στεναχωρείτε… σας έχω πει άπειρες φορές ότι πρέπει να διαλέξετε γονείς για να γεννηθείτε στον κόσμο των ανθρώπων. Εσείς όμως, δεν με ακούτε κι ο χρόνος κυλάει χωρίς ν’ αποφασίζετε. Γιατί δεν αφήνετε τις ψυχούλες σας ν’ ακολουθήσουν το πεπρωμένο τους; Τα αγγελάκια ανακουφίστηκαν που δεν τα μάλωσε, αλλά συνειδητοποίησαν ότι τελικά είναι καλύτερο να προκαλείς το θυμό παρά την απογοήτευση. Κοιτάχτηκαν κι άρχισαν να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.                                                   -Θέλεις να πεις στον Αρχάγγελο τί σκέφτομαι, είπε ο Ραφαήλ.                                                                                                                                                    -Μήπως θες να του πεις εσύ πώς νιώθω, απάντησε η Αναστασία. Γύρισαν κι οι δυο στον Αρχάγγελο και του είπαν με μια φωνή.                  -Ήμασταν πάντα μαζί. Ανακαλύψαμε ο ένας τον άλλον, πριν ανακαλύψουμε τον εαυτό μας. Η πρώτη μας λέξη ήταν το όνομα του άλλου. Κάποιες φορές μαλώνουμε, αλλά ποτέ δεν πληγώνουμε διότι όταν ο ένας υποφέρει, ο άλλος πονάει.                                                        -Όταν φοβάμαι τον κεραυνό, μου κρατάει το χέρι, ψέλλισε η Αναστασία.                                                                                                                             -Κι όταν κρυώνω, με καλύπτει με τα φτερά της για να ζεσταθώ, πρόσθεσε ο Ραφαήλ που είχε βουρκώσει. Στον κόσμο των ανθρώπων θα χαθούμε και ποτέ δεν θα ξαναβρεθούμε. Σας παρακαλούμε Άρχοντα, μην μας αναγκάσετε να ζήσουμε χωριστά. Τα αγγελάκια δεν μπορούσαν άλλο να μιλήσουν, ένας κόμπος τους έσφιγγε το λαιμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *